(Ενατη μέρα μετά την καταδίκη)
«Περιμένοντας από αυγή σε αυγή το θάνατο περιμένοντάς τον σίγουρα, σιγουρότατα, άρχισα να εξοικειώνουμαι τόσο πολύ, μα τόσο πολύ μ' αυτόν, ώστε όχι μόνο να μην αισθάνομαι κανένα αίσθημα δυσφορίας γι' αυτόν, όχι μόνο να μην τον φοβάμαι, να μην τον απεχθάνουμαι, αλλά και να μη μου καίγεται καρφί γι' αυτόν τον περίφημο παλικαρά. Και το σπουδαιότερο: Να μην μπορώ να ερμηνεύσω σε όλο το βάθος και σε όλο του το πλάτος αυτό το παναιώνιο αίσθημα φόβου, απέχθειας, δυσφορίας, τρόμου των ανθρώπινων όντων μπροστά σ' αυτό που λέμε "θάνατος". Δεν μπορεί να βρει μέσα μου δικαίωση αυτό το γεμάτο άλγος αίσθημα των ανθρώπων. Γιατί τάχα να φοβόμαστε; Γιατί;
Και η ζωή; Οι χαρές κι οι γλύκες της ζωής; Να, ένα ερώτημα που ανεβαίνει αυθόρμητα και γεμάτο από ένα μελαγχολικό παράπονο από τα αβυσσαλέα έγκατα του αγαπημένου, του πολυαγαπημένου μου εαυτού. Ξαφνικά, απότομα, επιτακτικά, οργίλο, γεμάτο φωτιά και λαύρα διαμαρτυρίας.













